Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

κολελέσ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: κολελέσ̌' Προφορά: κολελέσ
  1. 1) το κομμένο δάσος 2) το κουτσουρεμένο δάσος 3) ποιμενική καλύβα μέσα στο δάσος Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    από τα αρχαία συνθετικά κόλος + υλήεις-ύλη

Παρατηρήσεις - Σχόλια