Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

κοιματίζω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: κοιματίζω Προφορά: κοιματίζω
  1. γαληνεύω 1) κοιτάζω χαμηλά 2) κατεβάζω τα μάτια μου από ντροπή (για νύφη) Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια