Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης
Αναζήτηση
Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα
Μετάβαση στο κυρίως περιεχόμενο
κοκοτρεύω
[Ρήμα]
Γραφή στην Ποντιακή: κοκοτρεύω
Προφορά: κοκοτρεύω
1) σκαλίζω κάτι με μυτερό όργανο ή με το δάχτυλο 2) ανοίγω το αυλάκι για να φύγει το νερό
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης
Παρατηρήσεις - Σχόλια
Παρατηρήσεις - Σχόλια