κουκούμ (το) [Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: κουκούμ'
Προφορά: κουκούμ
-
χάλκινη στάμνα που χρησιμοποιείται για την θέρμανση νερού
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης
-
γκιούμι
στάμνα από χαλκό για νερό ή για τσάϊ
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
-
δοχείο για νερό, γάλα κτλ
Πηγή: Ανέκδοτη Προσωπική Συλλογή Δημητριάδη Μάριου