Προέλευση:
τουρκική, από την τούρκικη λέξη kup
κιούπ(ι)
Ερμηνείες:
1) μεγάλο πήλινο δοχείο, πιθάρι
2) ξύλινο δοχείο στρογγυλό (κυλινδρικό) όπου φύλαγαν το βούτυρο (Χρήση από: Π. Υψηλάντη)
Παράδειγμα:
Σήν Κιουρτσ̌ίαν (Γεωργία) σά κιούπια απέσ’ με την σκάλαν κατηβαίν’νε.