Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

χαβάς (ο) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: χαβάς Προφορά: χαβάς
  1. πόθος, επιθυμία Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    τουρκική

    Παράδειγμα:
    Τρανά χαβάσα̤ έχͮ’ ο Χατζής, το χατίρ’ν ατ’ μη χαλάνομε.

  2. πόθος, επιθυμία Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
  3. έφεση, ζήλος, κλίση Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    αραβική, από την αραβική λέξη heves

Παρατηρήσεις - Σχόλια