Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

φωλέα (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: φωλέα Προφορά: φωλέα
  1. φωλιά το αβγό που αφήνουν στο κοτέτσι, για να το ιδούν οι κότες και να γεννήσουν Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνείες:
    1) Η κοσσάρα άμον ντο έρ’ται τ’ ωβόν σον κώλον ατ’ς αραεύ’ φωλέαν. (φωλιά, Ιδίωμα:Σταυρί)
    2) Αρθώπ’ έρθαν κ’ εκάτσανε και έχτισαν φωλέας. (κατοικία)
    3) Ση φωλέαν ατουν απέσ’ εσκότωσαν τοι κλέφτς. (απόκρυφο καταφύγιο)

  2. το μέρος όπου μένουν τα ζώα ή τα πτηνά, το αυγό που μένει πάντοτε στην φωλιά, για να πάει να γεννήσει η κότα Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια