Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

παραχώρηση (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: παραχώρηση Προφορά: παραχώρηση
  1. βούλησις, ευδοκία, ελεύθερος χώρος κενός Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση
    από το αρχαίο παραχώρησις = υποχώρησις

    Παράδειγμα:
    Τα Χριστίανα σην εγκλησίαν παραχώρηση 'κ' έτον.

  2. βούληση, επιθυμία αγαθή προαίρεση Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    από την αρχαία ελληνική λέξη παραχώρησις= υποχώρηση

Παρατηρήσεις - Σχόλια