Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

ανιμίδα (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: ανιμίδα Προφορά: ανιμίδα
  1. ανεμίδα, ανέμη Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ιδίωμα:
    Σουρμένων

    Παράδειγμα:
    Αληγορτός άμον ανεμίδα έτονε ο μακαρίτης.

Παρατηρήσεις - Σχόλια