Ιδίωμα: Οινόης, Όφεως
Προέλευση: από το αρχαίο ανοίγω
Παραδείγματα: 1) Τρέχͮ ει σήν παραθύρα, ανοίζει τα κανάτα̤. 2) Κι εμήνυσεν ο βασιλιάς μ' ανοίζετεν ταφία (δημοτικό) 3) Εγώ κουβαλώ τ' αχπίν τσαί σο χωράφ' ανοίζω.
Ενεστώτας: ανοίζω Παρατατικός: ένοιζα Μέλλοντας: θα ανοίζω Αόριστος: ένοιξα
Σχόλιο: Αναλογικός σχηματισμός.