Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

ανοίζω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: ανοίζω Προφορά: ανοίζω
  1. ανοίγω Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ιδίωμα:
    Οινόης, Όφεως

    Προέλευση:
    από το αρχαίο ανοίγω

    Παραδείγματα:
    1) Τρέχͮ ει σήν παραθύρα, ανοίζει τα κανάτα̤.
    2) Κι εμήνυσεν ο βασιλιάς μ' ανοίζετεν ταφία (δημοτικό)
    3) Εγώ κουβαλώ τ' αχπίν τσαί σο χωράφ' ανοίζω.

Παρατηρήσεις - Σχόλια