Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

ανοίκιαστος (ο) [Επίθετο]

Γραφή στην Ποντιακή: ανοίκιαστος Προφορά: ανοίκιαστος
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ερμηνεία:
    αυτός που δεν νοικιάστηκε

    Προέλευση:
    από το στερητικό α- και το νοικιάζω

    Παράδειγμα:
    Επέμ'νεν τ' οσπίτ' ανοίκιαστον.

Παρατηρήσεις - Σχόλια