Ερμηνεία: αυτός που δεν ξέρει από νοικοκυροσύνη
Προέλευση: από το στερητικό α- και το νοικοκύρης
Παράδειγμα: Η γυναίκα τ' ανοικοκύρευτος πολλά έν'.
Αρσενικό: Ενικός: ανοικοκύρευτος Πληθυντικός: ανοικοκύρευτοι
Θηλυκό: Ενικός: ανοικοκύρευτος, ανοικοκύρευτέσα Πληθυντικός: ανοικοκύρευτοι
Ουδέτερο: Ενικός: ανοικοκύρευτον Πληθυντικός: ανοικοκύρευτα
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.