παντολαλεμένος (ο) [Μετοχή]
Γραφή στην Ποντιακή: παντολαλεμένος
Προφορά: παντολαλεμένος
-
διαφημισμένος
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
-
ξακουσμένος, περιλάλητος
Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
-
ξακουσμένος
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης