Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

πάντ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: πά̤ντ' Προφορά: πεάντ
  1. τοίχος που κατασκευάζεται, για να στρέφει το νερό του ποταμού προς άλλη διεύθυνση Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παράδειγμα:
    Την ημέραν εχτίζαν το πά̤ντ' και την νύχταν εχαλάουτον.

Παρατηρήσεις - Σχόλια