Ερμηνεία: ολίγο άνοστο
Παράδειγμα: Το φαΐν ανοστωτόν έν' οσήμερον.
Αρσενικό: Ενικός: ανοστωτός Πληθυντικός: ανοστωτοί
Θηλυκό: Ενικός: ανοστωτέσα Πληθυντικός: ανοστωτοί
Ουδέτερο: Ενικός: ανοστωτόν Πληθυντικός: ανοστωτόν
Σχόλιο: Αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.