Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

γύνιν (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: 1. γύνιν , 2. γύν' Προφορά: γύνιν
  1. υνί Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Επιπλέον Ερμηνεία:
    το υνί του αρότρου

    Ποιητικό

    Προέλευση:
    από το αρχαίο ουσιαστικό ύνις

    Παράδειγμα:
    Τσοί κλέφτας εφοβέριζεν να μη κλέφ'νε το γύνιν.

Παρατηρήσεις - Σχόλια