Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

κολοβάνα (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: κολοβάνα Προφορά: κολοβάνα
  1. 1) το γύρω από το ιερό οστούν μέρος του σώματος 2) τα οστά της λεκάνης 3) η ουρά της κότας χωρίς πούπουλα Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια