Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

κολέντζ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: κολέντζ' Προφορά: κολέντζ
  1. 1) ξερή ακαθαρσία της μύτης 2) πράγμα διάβροχο, που το περνά η βροχή Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια