Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

κοβαλαεύω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: κοβαλαεύω Προφορά: κοβαλαεύω
  1. επιταχύνω, κυνηγώ, καταδιώκω αναγκάζω να βαδίσουν γρηγορότερα Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    τουρκική, από την τουρκική λέξη kovalamak

    Παθητική φωνή:
    καβαλαεύκουμαι

Παρατηρήσεις - Σχόλια