Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

κνέθω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: κνέθω Προφορά: κνέθω
  1. 1) προκαλώ κνησμό, φαγούρα 2) ξύνω το μέρος του σώματος όπου αισθάνομαι φαγούρα. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Παθητική φωνή:
    κνέσκουμαι = αισθάνουμαι φαγούρα

Παρατηρήσεις - Σχόλια