Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

κλούκισμαν (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: κλούκισμαν Προφορά: κλούκισμαν
  1. κλώσισμα Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Άλλη ερμηνεία:

    1)η ενέργεια και το αποτέλεσμα του κλουκίζω

    2) η επιθυμία για επώαση

Παρατηρήσεις - Σχόλια