Επιπλέον Ερμηνεία:
μικρός χάλκινος κρίκος
κερκέλλ(ι)
Επιπλέον Ερμηνεία:
κουλούρι (από σπιτικό αλεύρι) που μοίραζαν στα παιδιά την Κυριακή των Βαΐων που έψαλλαν
Προέλευση:
μεσαιωνική, από την μεσαιωνική λέξη κερκέλλιον, το οποίο από το μεταγενέστερο κρικέλλιον υποκοριστικό του κρίκος
Ιδίωμα:
Σαντάς
Παράδειγμα:
Θεία, θεία δός κερκέλλ’ (εννοείται στους άλλους) κι εμέν’ ωβόν.