Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

κιζίμ (η,το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: 1. κιζίμ , 2. Κιζίμ' Προφορά: κιζίμ
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Ερμηνεία:
    κόρη μου

  2. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ερμηνείες:
    1) κορίτσι μου
    2) χωριό του Χαπέσ̌ με 200 οικογένειες

    Προέλευση:
    τουρκική, από την τουρκική λέξη κουζούμ

    Ιδίωμα:
    Οινόης

    Παράδειγμα:
    Να έχεις την ευχή μου κιζίμ.

Παρατηρήσεις - Σχόλια