Ερμηνεία: κάνω αντάρα
Προέλευση: από το αντάρα
Ενεστώτας: ανταρλαεύω Παρατατικός: εντερλάευα Μέλλοντας: θα ανταρλαεύω Αόριστος: εντερλάεψα
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους χρόνους.