Προέλευση: τουρκική
Παράδειγμα: Η γυναίκα τ’ φεσάτενα όσον ντο 'κ' εμεύ'ς.
Ομμόριζο - Παράγωγο: φεσατλούχ' = διάδοση ψεύτικη
Αρσενικό: Ενικός: φεσάτ'ς Πληθυντικός: φεσάτ'
Θηλυκό: Ενικός: φεσάταινα Πληθυντικός: φεσάτ'
Ουδέτερο: Ενικός: φεσάτ'κον Πληθυντικός: φεσάτ'κον
Επίρρημα: φεσάτ'κα
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.