Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

φέρω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: φέρω Προφορά: φέρω
  1. εισάγω, παράγω, διοχετεύω, συμπεριφέρομαι 1) για πράγματα, κομίζω 2) για έμψυχα, οδηγώ, φέρω 3) προσάγω, φέρω μάρτυρας Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνείες:
    1) Έγκα είναν μισαφίρ'. (για έμψυχα, οδηγώ, φέρω)
    2) Το μήλον έγκεν πολλά μήλα. (παράγω)
    3) Φέρω απάν'. (φράση, κλείνω)
    4) Φέρω απάν' τα χαπαζάδας. (κλείνω το μαγαζί από ζημιά, φαλιρώ)
    5) Η ώρα ντο φέρ’ ο χρόνος 'κι φέρ’ α̤το. (πολλά ανέλπιστα μπορούν να γίνουν σε μια στιγμή)
    6) Ο Θεός σα καλά να φέρ’ α̤το (ευχή, να αποβεί σε καλό)
    7) Το κάζ’ φέρ'ν ατο ασήν Ρουσίαν. (εισάγω)
    8) Π’ αποθάν' χοντρά ομμάτα̤ φέρ'. (για κάθε τι που χάνεται εξογκούνται τα προτερήματά του)
    9) Από μακρά έγκαν σο χωρίον το νερόν. (διοχετεύω)
    10) Ξάι 'κ' εγροικά να φέρκεται. (συμπεριφέρομαι)
    11) 'Κ' έγκα το ση λογαρίαν. (δεν το θεώρησα φρόνιμο)
    12) Έγκεν την αρρώστιαν ασήν Τραπεζούνταν. (μεταδίδω)
    13) Φέρω σ’ ομμάτα̤ (σον πρόσωπον). (παθαίνω κακό από μεγάλη επιθυμία απόλαυσης)
    14) Σο ναμούσι μ’ 'κ’ έγκα το. (το θεώρησα προσβλητικό)

    Προέλευση:
    από το αρχαίο ρήμα φέρω

    Αόριστος:
    έφερα, -ήγκα, -έγκα

    Παθητική φωνή:
    φέρκομαι, φέρκουμαι

  2. μεταφέρω, φέρω, οδηγώ, παράγω Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    από το αρχαίο ρήμα φέρω

  3. Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

    Παράδειγμα - Επιπλέον ερμηνεία:
    Φέρω σ' ομμάτ'. (ματιάζομαι)

Παρατηρήσεις - Σχόλια