Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

φερμανλής (ο) [Επίθετο]

Γραφή στην Ποντιακή: φερμανλής Προφορά: φερμανλής
  1. επικηρυγμένος γνωστός για τις κακές πράξεις του Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    τουρκική

  2. 1) για ανώτατο υπάλληλο του κράτους 2) ο διορισμένος με αυτοκρατορικό διάταγμα Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια