Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

φεντλής (ο) [Επίθετο]

Γραφή στην Ποντιακή: φεντλής Προφορά: φεντλής
  1. εκείνος που κάνει τεχνάσματα Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    τουρκική, από την τουρκική λέξη φιαντλής

    Ιδιώμα:
    Χαλδίας

    Παράδειγμα:
    Η γαρή ατ' φέντλησα, για να σκεπάζ' τη δουλείαν ατ’ς, ερχίνεσεν να βλαστημά.

Παρατηρήσεις - Σχόλια