Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

φενέρ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: φενέρ' Προφορά: φενέρ
  1. φανάρι Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    τουρκική

    Ιδίωμα:
    Τραπεζούντας

    Παράδειγμα:
    Ημέραν νύχταν λάσκουμαι με το φενέρ' γυρίζω.

  2. φανάρι Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια