Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

φελούκα (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: φελούκα Προφορά: φελούκα
  1. καΐκι βάρκα με πανί Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ιδίωμα:
    Σαντάς

    Παραδείγματα:
    1) Ο Μήτον ετοίμασεν τη φελούκαν ατ’ να πάμε σα Πλάτανα.
    2) Εκάτσε σ’ ένα φελούκα και έρχουτονε σην Τραπεζούντα.

Παρατηρήσεις - Σχόλια