Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

κόλαση (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: κόλαση Προφορά: κόλαση
  1. ο τόπος όπου βασανίζονται μετά θάνατο οι ψυχές των αμαρτωλών , σύμφωνα με τη χριστιανική διδασκαλία Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    από το ρήμα κολάζω

Παρατηρήσεις - Σχόλια