Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

αντίσταση (η) []

Γραφή στην Ποντιακή: αντίσταση Προφορά: αντίσταση
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ερμηνεία:
    άρνηση να υποταχθεί, εναντίωση στη θέληση

    Παράδειγμα:
    Επήγαν να πιάν' ατον κι εποίκεν αντίστασην.

    Ρήμα:
    αντιστέκομαι

Παρατηρήσεις - Σχόλια