Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

κιοζατεύω [Ρήμα]

Προφορά: κιοζατεύω
  1. παραφυλάω Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Επιπλέον Ερμηνεία:
    παρατηρώ κάτι με προσοχή

    Προέλευση:
    τουρκική, απο την τουρκική λέξη gozetmek

  2. φυλάω, προσέχω Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ιδίωμα:
    Σαντάς

    Παράδειγμα:
    Κιοζά̤τεψον τη στράταν γιάμ έρ’ται ο πεθερό μ’.

Παρατηρήσεις - Σχόλια