Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

κορόμηλον (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: κορόμηλον Προφορά: κορόμηλον
  1. άγριο και ξινό μήλο Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Χρήση από:
    Κούσης

  2. ο καρπός και το δέντρο κορομηλιά Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια