Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

αντρεία (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: αντρεία Προφορά: αντρεία
  1. κατόρθωμα Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα - Επιπλέον ερμηνείες:
    1) Οι δα̤βόλ' είχαν ατά̤ τ' να τοπλαεύκουν και λέγ'νε τ' αντρείας ατουν.
    2) Εκόπεν αντρεία τ’. (δεν μπορεί να κάνει παιδί, Ιδίωμα: Χαλδίας)

Παρατηρήσεις - Σχόλια