κομπωτής (ο) [Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: κομπωτής
Προφορά: κομπωτής
-
εκείνος που εξαπατά
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
-
απατεώνας
αυτός που ξεγελάει
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης