Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

κοκκινόφορος (ο) [Επίθετο]

Γραφή στην Ποντιακή: κοκκινόφορος Προφορά: κοκκινόφορος
  1. άτακτα τουρκικά στρατεύματα Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παράδειγμα:
    Σαρακενοί ’κί φαίνονται κι ούτε κοκκινοφόροι. (σε παλιά τραγούδια)

  2. αυτός που φοράει κόκκινα Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια