Προέλευση: τουρκική
Παράδειγμα: Έρθεν είνας ζαπίτ'ς άγρες κι ανημέρωτος.
Ενικός: ζαπίτης / ζαπίτ'ς Πληθυντικός: ζαπίτοι / ζαπίτ'