Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

ιθακιάζω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: 1. ιθακιάζω , 2. ιθακά̤ζω Προφορά: 1. ιθακιάζω , 2. ιθακεάζω
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Ερμηνεία:
    για αγελάδα, αυξάνεται σε όγκο ο μαστός της / εξογκώνομαι σαν μαστός

Παρατηρήσεις - Σχόλια