Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

ιερωσύνη (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: ιεροσύνη Προφορά: ιεροσύνη
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Ερμηνεία:
    το αξιώμα του ιερέα

Παρατηρήσεις - Σχόλια