Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης
Αναζήτηση
Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα
Μετάβαση στο κυρίως περιεχόμενο
θύμπρον (το)
[Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: θύμπ'ρον
Προφορά: θύμπρον
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης
Ερμηνεία:
ευώδες φυτό του βουνού
Παρατηρήσεις - Σχόλια
Ιδιωματική Εκδοχή
θύμπιρη(η)
θύμπουρον (το)
θύμπιρον (το)
Γενικά Σχόλια
Ενικός: θύμπ'ρον
Πληθυντικός: θύμπ'ρα
Παρατηρήσεις - Σχόλια