Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

θόλιν (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: θόλιν Προφορά: θόλιν
  1. θόλος, καμάρα Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια