Ερμηνεία: θερίζω / κόβοντας στάχυα ή χόρτα
Παρατήρηση: παθητική θερίουμαι
Ενεστώτας: θερίζω Παρατατικός: εθέριζα Μέλλοντας: θα θερίζω Αόριστος: εθέρισα/ εθέρ'σα/ εθέρτσα
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.