Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

γυναικούδια (τα) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: γυναικούδα̤ Προφορά: γυναικούδια
  1. γυναίκες Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ιδίωμα:
    Σουρμένων

    Παράδειγμα:
    Πρέπ' να κρούγουμε τσί Τούρκους και ας κρούγ'νε μας αμόν γυναικούδια.

Παρατηρήσεις - Σχόλια