Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

κοιμίζω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: κοιμίζω Προφορά: κοιμίζω
  1. αποκοιμίζω κάνω κάποιον να κοιμηθεί Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    από το αρχαίο κοιμίζω = κάνω κάποιον να κοιμηθεί

    Παράδειγμα:
    Τραβωδώ και κοιμίζω σε, φιλώ σε ’κι εγνεφίζεις.

  2. σβήνω βάζω κάποιον να κοιμηθεί Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια