Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

κλώσιμον (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: κλώσιμον Προφορά: κλώσιμον
  1. γνέση, γύρισμα Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης
  2. διάγω, ζω Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Επιπλέον Ερμηνεία:
    ζωή με όχι άφθονα αγαθά

Παρατηρήσεις - Σχόλια