Προέλευση: τουρκική, από την τουρκική λέξη κισπετλή
Παράδειγμα: Η Παλλάσα κισπετλήσα και σ̌όνενα όλα̤ τ’ ατέτια εποίν’νεν.
Αρσενικό Ενικός: κισπετλής
Θηλυκό Ενικός: κισπετλήσα
Ουδέτερο Ενικός: κισπετλήν