Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

κέφ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: κέφ' Προφορά: κέφ
  1. διάθεση, όρεξη, διασκέδαση Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    τουρκική, από την τουρκική λέξη keyf

Παρατηρήσεις - Σχόλια