Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

αυλακιάζω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: αυλακιάζω Προφορά: αυλακιάζω
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ερμηνεία:
    1) διοχετεύω το νερό στην αυλακιά
    2) ανοίγω αυλάκι

Παρατηρήσεις - Σχόλια