Ερμηνεία: 1) διοχετεύω το νερό στην αυλακιά 2) ανοίγω αυλάκι
Ενεστώτας: αυλακιάζω Παρατατικός: ευλακίαζα / αυλακίαζα Μέλλοντας: θα αυλακιάζω Αόριστος: ευλακίασα / αυλακίασα
Σχόλιο: Αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.