Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

μπουΐκ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: μπουΐκ' Προφορά: μπουΐκ
  1. μουστάκι το μουστάκι του καλαμποκιού Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    τουρκική, από την τουρική λέξη πουΐχ

    Παράδειγμα:
    Το τσουπάδ’ εξέγκεν μπουΐκι͜α και πισκούλα̤.

Παρατηρήσεις - Σχόλια